Υποκατάστατα ζάχαρης

Η αγάπη για την γλυκιά γεύση είναι έμφυτη στον άνθρωπο, αφού η πρώτη μας τροφή, το μητρικό γάλα είναι γλυκό, ενώ στην φύση ό,τι είναι πικρό ή ξινό συχνά δεν είναι βρώσιμο.
Η γλυκιά γεύση όμως είναι συνδεδεμένη με την λευκή ζάχαρη, μια τροφή χωρίς καμία θρεπτική αξία, που η κατανάλωσή της έχει συνδεθεί με εμφάνιση πολλών παθήσεων, όπως παχυσαρκίας, σακχαρώδους διαβήτη, οδοντικών προβλημάτων, καρδιαγγειακών, ορισμένων μορφών καρκίνου, ακόμα και με έκπτωση νοητικής λειτουργίας.
Ωστόσο, υπάρχουν και άλλοι φορείς γλυκιάς γεύσης, φυσικές και τεχνητές. Οι φυσικές γλυκαντικές ύλες, πχ. μέλι, μελάσα, χαρουπόμελο, ζάχαρη καρύδας κτλ., έχουν τις ίδιες σχεδόν θερμίδες με την ζάχαρη (400kcal/100gr), αλλά μεγαλύτερη γλυκαντική αξία και για αυτό χρησιμοποιούνται σε μικρότερη ποσότητα. Έχουν περισσότερα θρεπτικά συστατικά (χωρίς να θεωρούνται πηγές) και πιθανόν διαφορετική επίδραση στον κίνδυνο εμφάνισης ασθενειών στο ζάχαρο του αίματος σε σχέση με την λευκή ζάχαρη.
Προσοχή χρειάζεται στην υπερκατανάλωσή τους, αφού μπορεί να οδηγήσουν σε αύξηση του σωματικού βάρους. Επίσης, προσοχή χρειάζεται η χρήση της φρουκτόζης (προέρχεται από φρούτα μετά από επεξεργασία) ή του σιροπιού Αγαύης, που προέρχεται από το ομώνυμο φυτό και περιέχει κυρίως φρουκτόζη. Η φρουκτόζη απορροφάται και μεταβολίζεται μόνο στο συκώτι και ως εκ τούτου δεν ανεβάζει τα επίπεδα σακχάρου στο αίμα ή τα επίπεδα ινσουλίνης, αλλά μπορεί να προκαλέσει αύξηση στα επίπεδα των τριγλυκεριδίων, της χοληστερόλης και εμφάνιση λιπώδους ήπατος.
Σήμερα, που η κυρίαρχη τάση είναι ο περιορισμός της πρόσληψης ενέργειας, η ανάγκη για γλυκιά γεύση ικανοποιείται όλο και περισσότερο με την χρήση τεχνητών γλυκαντικών, ολιγοθερμιδικών (ξυλιτόλη, ερυθριτόλη, μαλτιτόλη, μαννιτόλη, σορβιτόλη) ή μη-θερμιδικών.
Παρά την συνεχή αναθεώρηση των συστάσεων και της επιφύλαξης που επικρατεί, η επίσημη κατεύθυνση όλων των διεθνών οργανισμών υγείας είναι ότι τα τεχνητά γλυκαντικά μπορούν συμπεριλαμβάνονται σε μια ισορροπημένη διατροφή, αντικαθιστώντας με ασφάλεια την ζάχαρη, μέχρι ενός ασφαλούς ορίου κατανάλωσης για το κάθε γλυκαντικό, που συνήθως είναι δύσκολο να υπερβεί κανείς. Παρόλα αυτά οι έγκυες, οι θηλάζουσες, καθώς επίσης τα μικρά παιδία καλό θα ήταν να αποφύγουν όσο μπορούν την χρήση τους, όπως επίσης τα άτομα με φαινυλοκετονουρία δεν πρέπει να καταναλώνουν ασπαρτάμη.
Η υπερκατανάλωση των τεχνητών γλυκαντικών μπορεί να προκαλέσει ποικίλες γαστρεντερικές διαταραχές, πονοκεφάλους, διαταραχές στην διάθεση, ζαλάδες, κόπωση και άλλα συμπτώματα, ενώ η αύξηση του κινδύνου για εκδήλωση χρόνιων ασθενειών δεν είναι επιβεβαιωμένη στους ανθρώπους, εφόσον τηρείται το όριο ασφαλείας.
Στην Ελλάδα, τα πιο συνηθισμένα μη- θερμιδικά γλυκαντικά είναι: ασπαρτάμη, ακεσουφλάμη Κ/ ακεσουφλαμικό κάλιο, κυκλαμικό οξύ, σορβιτόλη, σουκραλόζη και η σακχαρίνη.
Η στέβια, η πιο "αθώα" των μη θερμιδικών γλυκαντικών, είναι μια φυσική γλυκαντική ύλη, που προέρχεται από το φυτό στέβια της Νότιας Αμερικής. Οι γλυκοζίτες στεβιόλης έχουν 200 φορές πιο γλυκιά γεύση από τη ζάχαρη και είναι διαθέσιμοι σε σταγόνες ή σε κρυσταλλική μορφή. Η στέβια δεν έχει θερμίδες, ούτε παρενέργειες, είναι σταθερή στην θερμότητα και δεν επηρεάζει τα επίπεδα του σακχάρου στο αίμα. Χρειάζεται ωστόσο προσοχή στα έκδοχα του σκευάσματος που επιλέγουμε, καθώς συχνά μαζί με την στέβια περιέχονται και άλλα τεχνητά γλυκαντικά για βελτίωση της μεταλλικής επίγευσης της στέβιας και αυτά μπορεί να έχουν παρενέργειες.
Το κύριο πρόβλημα της κατανάλωσης των μη- θερμιδικών τεχνητών γλυκαντικών είναι ο εθισμός στην γλυκιά γεύση. Ο εγκέφαλος συνηθίζει την γλυκιά γεύση και επιζητεί όλο και μεγαλύτερη δόση για να νιώσει ικανοποίηση, επικαλύπτοντας άλλες γεύσεις.
Κάποιοι ερευνητές πιστεύουν ότι η κατανάλωση μη- θερμιδικών τεχνητών γλυκαντικών μπορεί να οδηγήσει σε τάση για υπερκατανάλωση τροφής, καθώς ο εγκέφαλος μέσω της γεύσης παίρνει σήμα για έλευσης τροφής, αλλά στην πραγματικότητα δεν έρχεται αντίστοιχη ποσότητα γλυκιάς τροφής- υδατανθράκων. Τα άτομα τείνουν να υπερκαταναλώνουν άλλα τρόφιμα για να καλύψουν αυτό το "θερμιδικό" κενό. Από αυτή την άποψη, το ωμό ανεπεξέργαστο μέλι ή τα άλλα φυσικά γλυκαντικά αποτελούν καλή εναλλακτική.
Άλλη θεωρία υποστηρίζει ότι τα βακτήρια του εντέρου διασπούν τα τεχνητά γλυκαντικά παράγοντας μεταβολήτες που επιδρούν αρνητικά στον μεταβολισμό, στο σάκχαρο του αίματος και στην υγεία μας.
Επομένως, αρχίστε να επανεκπαιδεύσετε την γευστική ικανότητά σας και να εμπλουτίσετε την παλέτα σας απολαμβάνοντας τη φυσική γεύση των τροφίμων, χωρίς πρόσθετα γλυκαντικά.
Δοκιμάστε να προσθέσετε άλλες γεύσεις, όπως πικάντικη, ξινή, αλμυρή για να ευχαριστήσετε τον ουρανίσκο σας. Για παράδειγμα, προσθέστε μπαχαρικά όπως: βανίλια, κακάο, γλυκόριζα, μοσχοκάρυδο και κανέλα ή ξύδι μπαλσαμικό για να ενισχύσετε την γεύση των τροφίμων και των ροφημάτων, έτσι ώστε να χρειάζεται λιγότερη προσθήκη γλυκαντικού.
Σαν γλυκαντικό προτιμήστε τα φυσικά θερμιδικά γλυκαντικά σε μικρές ποσότητες, όπως μέλι, χαροπόμελο, μελάσα, ζάχαρη καρύδας, σιρόπι σφενδάμου. Σε γλυκά και συνταγές δοκιμάστε να πάρετε την γλυκιά γεύση προσθέτοντας φρέσκα (μπανάνα) ή αποξηραμένα φρούτα (χουρμάδες), μαρμελάδα μόνο από φρούτα, πολτούς και χυμούς (μήλου) φρούτων.
Αν δεν θέλετε καθόλου πρόσθετες θερμίδες, επιλέξτε ένα σκεύασμα με όσο πιο "καθαρή" στέβια ή ακόμα αγοράστε ένα γλαστράκι στέβια, κόψτε και βράστε κλωναράκια και χρησιμοποιείστε το γλυκό νερό της.
Που και που αν επιθυμείτε κάποιο αναψυκτικό, προτιμήστε κάποιο με στέβια και πάντα μαζί με κάποιο γεύμα ή σνακ.
Φυσικά και αν τύχει να καταναλώσουμε κάποιο τεχνητό γλυκαντικό ή πρέπει να πάρουμε κάποιο φάρμακο, που περιέχει τεχνητά γλυκαντικά δεν πρόκειται να πάθουμε κάτι, εφόσον αυτό δεν αποτελεί καθημερινή συνήθεια και εμείς "βομβαρδίζουμε" τον οργανισμό μας με βιταμίνες και αντιοξειδωτικά μέσω μιας ισορροπημένη διατροφής.
Πηγές:  
http://www.ncbi.nlm.nih.gov/pmc/articles/PMC2892765/
http://www.ncbi.nlm.nih.gov/pubmed/23850261