Χειμερία νάρκη- Starvation mode

Στην φύση, όταν αρχίζει χειμώνας πολλά μέλη του ζωικού βασιλείου πέφτουν σε χειμερία νάρκη. Ο άνθρωπος πάλι αν και δεν το συνηθίζει, πολλές φορές περιορίζει εκούσια την πρόσληψη τροφής. Η πείνα, που συνοδεύει την μείωση της πρόσληψης τροφής, είναι ένα δυσάρεστο αίσθημα, για τον άνθρωπο που είναι «ρυθμισμένος» με τέτοιον τρόπο, ώστε να σπεύδει να την ικανοποιεί άμεσα προκειμένου να επιβιώσει.
Ο σύγχρονος άνθρωπος κάποιες φορές επιβάλει τον οργανισμό του σε «εκούσια πείνα», παρά την ύπαρξη τροφής, όπως νηστεία ή δίαιτα, διαταράσσοντας ισχυρούς βιολογικούς μηχανισμούς και βάζοντας το σώμα του, που είναι προγραμματισμένο να επιβιώνει σε πραγματική έλλειψη τροφής σε «κατάσταση χειμερίας νάρκης». ‘Όμως, στην περίπτωση που ο στόχος είναι η απώλεια βάρους, το μότο «αν δεν πεινάσεις, δεν θα χάσεις», ίσως να σαμποτάρει όλη την προσπάθεια. Αν λοιπόν σκέφτεστε να ακολουθήσετε κάποια «αυστηρή δίαιτα» για να χάσετε βάρος, πριν το κάνετε αναλογιστείτε αν όλη αυτή η διαδικασία έχει αποτέλεσμα.
Ο λόγος;
Απλός:
Ο υποσιτισμός βάζει το σώμα σε λειτουργία «starvation mode- κατάσταση πείνας», κάτι ανάλογο με την χειμερία νάρκη των ζώων, κρατώντας μόνο τις βασικές του ανάγκες, κόβοντας «δευτερεύουσες ανάγκες» (μειωμένες πνευματικές- νοητικές δεξιότητες, μειωμένη ανάπτυξη- εύθραυστα νύχια, μαλλιά, μειωμένη αναπαραγωγή κτλ) και επιβραδύνοντας τον μεταβολισμό, παράλληλα με αυξημένη κόπωση, υπνηλία, νεύρα, κατάθλιψη, απομόνωση για εξοικονόμηση ενέργειας, αλλά και με εντονότερη σκέψη του φαγητού.
Η κατάσταση αυτή δεν θα συμβεί άμεσα, αν η πρόσληψη ενέργειας περιοριστεί μόνο για ένα μικρό χρονικό διάστημα, όπως σε περίπτωση αδιαθεσίας. Ωστόσο, όταν υπάρχει χαμηλή πρόσληψη ενέργειας για παρατεταμένες χρονικές περιόδους, αρκετών εβδομάδων ή μηνών είναι πιθανόν το σώμα να μπει σε «χειμερία νάρκη». Πολλές ερευνητικές μελέτες έχουν δείξει ότι όταν η μείωση των θερμίδων είναι πολύ αυστηρή, ο οργανισμός μπορεί να μειώσει τη μεταβολική λειτουργία προσπαθώντας να διατηρήσει την ενέργεια.
Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Ο βασικός λόγος που τρώμε είναι η ανάγκη για ενέργεια και στον οργανισμό μας το βασικό «ενεργειακό νόμισμα» είναι η ανακύκλωση ενός μορίου που ονομάζεται ΑΤΡ(τριφωσφορική αδενοσίνη). Το ΑΤΡ σχηματίζεται μέσω των μακροθρεπτικών και μικροθρεπτικών συστατικών της διατροφής σε έναν περίπλοκο κύκλο του μεταβολισμού. Η χρόνια κατάσταση υποθερμιδικής δίαιτας και υπερβολικής άσκησης έχουν αντίκτυπο στην διαθεσιμότητα του ενεργειακού νομίσματος και αυτό επηρεάζει άμεσα το μεταβολισμό, τα επίπεδα της πείνας και το σωματικό βάρος. Σύμφωνα με μια θεωρία για την πείνα, όταν τα κύτταρα του οργανισμού ανιχνεύσουν χαμηλά επίπεδα ATP, όπως όταν η τροφή είναι περιορισμένη στέλνουν σήματα στον εγκέφαλο ότι κάτι δεν πάει καλά.
Όταν η διατροφή είναι ισορροπημένη και υπάρχει επαρκής ανάπαυση, το σώμα θα χρησιμοποιήσει πρώτα την ενέργεια από την πρόσφατη κατανάλωση τροφής, είτε αυτής που έρχεται άμεσα από το εσωτερικό του πεπτικού σωλήνα, είτε βρίσκεται στις αποθήκες γλυκογόνου στα κύτταρα του μυϊκού ιστού και του ήπατος. Για κάθε μόριο γλυκογόνου που διασπάται, το σώμα απελευθερώνει και 4 μόρια νερού, εξ ου και η απότομη μείωση βάρους στις πρώτες μέρες της δίαιτας. Στην συνέχεια, εφόσον αυτά τα αποθέματα εξαντληθούν, ο οργανισμός θα στραφεί προς τα αποθέματα λίπους.
Υπό φυσιολογικές συνθήκες σίτισης, μετά από ένα γεύμα υπάρχει άφθονη γλυκόζη στο αίμα , που πρέπει να αποθηκευτεί ή να χρησιμοποιηθεί. Η ινσουλίνη λοιπόν τονώνει την αποθήκευση, οδηγώντας την γλυκόζη στο εσωτερικό των κυττάρων και ενισχύοντας τη σύνθεση των πρωτεϊνών. Επίσης, το ήπαρ βοηθά να περιοριστεί η κυκλοφορούσα γλυκόζη στο αίμα και να αποθηκευτεί ως γλυκογόνο, ώστε να χρησιμοποιηθεί ως εφεδρικό καύσιμο όταν η τροφή είναι λιγοστή.
Σε κατάσταση επαρκούς διατροφής, η ορχήστρα των ορμονών συντονίζει αποτελεσματικά τα σήματα της πείνας με τις «ανταγωνιστικές» ορμόνες: την γκρελίνη, που αυξάνει την πείνα και την λεπτίνη, που την μειώνει με βάση τα διαθέσιμα αποθέματα σωματικού λίπους.
Σε περίπτωση που το σώμα ανιχνεύει ότι βρίσκεται σε κατάσταση χαμηλής πρόσληψης θερμίδων, η οποία γίνεται απότομα ή συνεχίζεται για μεγάλο χρονικό διάστημα, τότε θα στραφεί προς τις ίνες των ιστών και των μυών για πηγή ενέργειας, αντί του αποθηκευμένου λίπους ή γλυκογόνου. Σε μια προσπάθεια επιβίωσης, ο οργανισμός θα θυσιάσει αμινοξέα (πρωτεΐνες) από τον μυϊκό ιστό, ο οποίος κερδίζεται δύσκολα, προκαλώντας μια επιβράδυνση του μεταβολικού ρυθμού. Καθώς η μυϊκή μάζα είναι η προίκα του μεταβολισμού, η μείωση της έχει ως αποτέλεσμα να γίνεται δυσκολότερη η προσπάθεια διατήρησης του απολεσθέντος βάρους. Μάλιστα, μετά από μια ακραία δίαιτα το ποσοστό λίπους μπορεί να είναι πιο αυξημένο από πριν!
Η συνεχιζόμενη πείνα όμως επιδρά και στην όρεξη με ισχυρή επιθυμία για φαγητό και κυρίως για απλή και γρήγορα αφομοιώσιμη ζάχαρη. Ένα άλλο μέλος της ορχήστρας των ορμονών, το νευροπεπτίδιο Υ (NPY) αναλαμβάνει δράση σε περιόδους πείνας. Για παράδειγμα τα επίπεδα του είναι φυσικά υψηλότερα το πρωί μετά την νυκτερινή νηστεία, παρακινώντας προς την αναζήτηση υδατανθράκων. Με την πάροδο του χρόνου, μια διατροφή με μειωμένες θερμίδες και υδατάνθρακες, μπορεί να προκαλέσει αλλαγές στα επίπεδα του NPY οδηγώντας σε φαινόμενα υπερφαγίας κυρίως με τροφές υψηλής περιεκτικότητας σε υδατάνθρακες, καθώς το σώμα προσπαθεί απεγνωσμένα να βρει περισσότερη γλυκόζη.
Αυτός ο κύκλος συνεχίζεται και το σώμα μπαίνει σε έναν φαύλο κύκλο, με όλα τα συστήματα του οργανισμού να σαμποτάρουν την προσπάθεια του εγκεφάλου να υποβάλει το σώμα σε εκούσια πείνα. Η λύση δεν βρίσκεται σε ακραίες λύσεις, αλλά στην ισορροπημένη διατροφή. Η κατάσταση αυτή μπορεί και πρέπει να αναστραφεί και ο οργανισμός θα ανακάμψει σωματικά και ψυχικά.